bewitch

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bewitch (en)

  1. μαγεύω (κάποιον/κάτι με ξόρκια κλπ)
  2. μαγεύω, προκαλώ το θαυμασμό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: witch