Μετάβαση στο περιεχόμενο

bicker

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας bicker
γ΄ ενικό ενεστώτα bickers
αόριστος bickered
παθητική μετοχή bickered
ενεργητική μετοχή bickering

bicker (en)