Μετάβαση στο περιεχόμενο

bidder

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bidder < bid + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bidder bidders

bidder (en)

  • ο προσφέρων, ο συμμετέχων σε δημοπρασία, ο υποψήφιος πλειοδότης
    παράδειγμα  A bidder may withdraw his bid.
    Ο προσφέρων μπορεί να αποσύρει την προσφορά του.
    παράδειγμα  A bidder made an offer at the last moment.
    Ένας συμμετέχων έκανε προσφορά την τελευταία στιγμή.
    παράδειγμα  The property was awarded to the highest bidder.
    Το ακίνητο κατακυρώθηκε στον πλειοδότη.