bidder
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bidder | bidders |
bidder (en)
- ο προσφέρων, ο συμμετέχων σε δημοπρασία, ο υποψήφιος πλειοδότης
A bidder may withdraw his bid.
- Ο προσφέρων μπορεί να αποσύρει την προσφορά του.
A bidder made an offer at the last moment.
- Ένας συμμετέχων έκανε προσφορά την τελευταία στιγμή.
The property was awarded to the highest bidder.
- Το ακίνητο κατακυρώθηκε στον πλειοδότη.