Μετάβαση στο περιεχόμενο

bigoterie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bigoterie bigoteries

bigoterie (fr) θηλυκό