Μετάβαση στο περιεχόμενο

biomasse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
biomasse biomasses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

biomasse (fr) θηλυκό