bisavô

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bisavô (pt) < bis- +‎ avô

ενικός πληθυντικός
bisavô bisavôs

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bisavô (pt) ( & bisnono)