blasphématoire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
blasphématoire blasphématoires

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

blasphématoire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη:  blasphème