bleed
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | bleed |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bleeds |
| αόριστος | bled |
| παθητική μετοχή | bled |
| ενεργητική μετοχή | bleeding |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
Ρήμα
[επεξεργασία]bleed (en)
- (αμετάβατο) αιμορραγώ
My finger’s bleeding.
- Το δάχτυλό μου αιμορραγεί.
She slowly bled to death.
- Σιγά σιγά αιμορράγησε μέχρι που πέθανε.
He was bleeding from a gash on his head.
- Αιμορραγούσε από μια πληγή στο κεφάλι του.
The small blood vessels in the nose bleed easily.
- Τα μικρά αιμοφόρα αγγεία στη μύτη αιμορραγούν εύκολα.
- (μεταβατικό) στραγγίζω, αναγκάζω κάποιον να πληρώνει υπέρογκα ποσά για μεγάλο χρονικό διάστημα
The company seems intent on bleeding us for every penny we have.
- Η εταιρεία φαίνεται αποφασισμένη να μας στραγγίξει (οικονομικά), παίρνοντας και την τελευταία μας δεκάρα.
- (αμετάβατο) απλώνομαι από μια περιοχή κάποιου πράγματος σε μια άλλη περιοχή
Keep the paint fairly dry so that the colors don't bleed into each other.
- Κράτα το χρώμα σχετικά στεγνό ώστε να μην απλώνονται οι αποχρώσεις η μία μέσα στην άλλη./να μην μπλέκονται τα χρώματα μεταξύ τους.