Μετάβαση στο περιεχόμενο

bleed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας bleed
γ΄ ενικό ενεστώτα bleeds
αόριστος bled
παθητική μετοχή bled
ενεργητική μετοχή bleeding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

bleed (en)

  1. (αμετάβατο) αιμορραγώ
    παράδειγμα  My finger’s bleeding.
    Το δάχτυλό μου αιμορραγεί.
    παράδειγμα  She slowly bled to death.
    Σιγά σιγά αιμορράγησε μέχρι που πέθανε.
    παράδειγμα  He was bleeding from a gash on his head.
    Αιμορραγούσε από μια πληγή στο κεφάλι του.
    παράδειγμα  The small blood vessels in the nose bleed easily.
    Τα μικρά αιμοφόρα αγγεία στη μύτη αιμορραγούν εύκολα.
  2. (μεταβατικό) στραγγίζω, αναγκάζω κάποιον να πληρώνει υπέρογκα ποσά για μεγάλο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  The company seems intent on bleeding us for every penny we have.
    Η εταιρεία φαίνεται αποφασισμένη να μας στραγγίξει (οικονομικά), παίρνοντας και την τελευταία μας δεκάρα.
  3. (αμετάβατο) απλώνομαι από μια περιοχή κάποιου πράγματος σε μια άλλη περιοχή
    παράδειγμα  Keep the paint fairly dry so that the colors don't bleed into each other.
    Κράτα το χρώμα σχετικά στεγνό ώστε να μην απλώνονται οι αποχρώσεις η μία μέσα στην άλλη./να μην μπλέκονται τα χρώματα μεταξύ τους.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]