Μετάβαση στο περιεχόμενο

blindigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
blindigi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα blindigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας blindigas blindiganta blindigata
αόριστος blindigis blindiginta blindigita
μέλλοντας blindigos blindigonta blindigota
υποθετική blindigus - -
προστακτική blindigu - -

blindigi (eo)