blockade

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

blockade (en)

  1. ο αποκλεισμός μιας περιοχής, ώστε να μην εισέρχονται σε αυτήν τρόφιμα, φάρμακα ή άλλα εμπορεύματα
  2. τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθεί ο αποκλεισμός

Ρήμα[επεξεργασία]

blockade (en)