blood pressure
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]blood pressure (en) (μη μετρήσιμο)
- (ιατρική) η αρτηριακή πίεση
It’s well known that stress elevates blood pressure.
- Είναι γνωστό ότι το στρες αυξάνει την αρτηριακή πίεση.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
blood pressure στην αγγλική Βικιπαίδεια
