bloomy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

bloomy < bloom + -y

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbluːmi/

Επίθετο[επεξεργασία]

bloomy (en)

  1. ανθισμένος, ανθηρός
  2. ανθοσκέπαστος, καλυμμένος με/από άνθη

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]