blurred

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

blurred < to blur

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

blurred (en)

  1. θολός
    blurred effect - θολό εφέ
    to have blurred vision - βλέπω θολά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]