bobineur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό bobineur bobineurs
θηλυκό bobineuse bobineuses

bobineur (fr)

  1. αρσενικό ή θηλυκό αυτός/αυτή που φτιάχνει μπομπίνες
  2. αρσενικό συσκευή που πραγματοποιεί ηλεκτρικές μπομπίνες
  3. θηλυκό μηχανή που οδηγεί σύρμα ή κλωστή πάνω στη μπομπίνα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: bobine