Μετάβαση στο περιεχόμενο

bog down

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας bog down
γ΄ ενικό ενεστώτα bogs down
αόριστος bogged down
παθητική μετοχή bogged down
ενεργητική μετοχή bogging down

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bog down <  δείτε τις λέξεις bog και down

bog down (en) (συνήθως στην παθητική φωνή)

  1. βαλτώνω, κάνω κάτι να πάθει καθίζηση σε λάσπη ή βρεγμένο έδαφος
    παράδειγμα  The car was bogged down in the mud.
    Το αυτοκίνητο βάλτωσε στη λάσπη.
  2. κολλάω, τελματώνω, βαλτώνω, εμποδίζω κάποιον να κάνει πρόοδο σε μια δραστηριότητα
    παράδειγμα  Don’t get bogged down by the details!
    Μην κολλάς σε λεπτομέρειες!
    παράδειγμα  The negotiations got bogged down.
    Οι διαπραγματεύσεις τελμάτωσαν/βάλτωσαν.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]