bollard

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

μια δέστρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bollard bollards

bollard (fr) αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) δέστρα

Noia 64 apps xeyes.png Σχετικό λεξιλόγιο[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: écluse