bombardment
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bombardment | bombardments |
bombardment (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- ο βομβαρδισμός, επίθεση με τη ρίψη βομβών
The city came under heavy bombardment.
- Η πόλη δέχτηκε σφοδρό βομβαρδισμό.
- ο βομβαρδισμός, συνεχής ροή ερωτήσεων, κριτικής ή πληροφοριών
The viewer is subjected to a merciless visual and auditory bombardment.
- Ο τηλεθεατής υποβάλλεται σ΄ έναν ανελέητο οπτικό και ακουστικό βομβαρδισμό.