Μετάβαση στο περιεχόμενο

bombardment

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bombardment < bombard + -ment

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bombardment bombardments

bombardment (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. ο βομβαρδισμός, επίθεση με τη ρίψη βομβών
    παράδειγμα  The city came under heavy bombardment.
    Η πόλη δέχτηκε σφοδρό βομβαρδισμό.
  2. ο βομβαρδισμός, συνεχής ροή ερωτήσεων, κριτικής ή πληροφοριών
    παράδειγμα  The viewer is subjected to a merciless visual and auditory bombardment.
    Ο τηλεθεατής υποβάλλεται σ΄ έναν ανελέητο οπτικό και ακουστικό βομβαρδισμό.