bombing
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bombing | bombings |
bombing (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- ο βομβαρδισμός, επίθεση με τη ρίψη βομβών
The city was destroyed by the bombings.
- Η πόλη καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]bombing (en)
- ενεργητική μετοχή ενεστώτα του bomb