Μετάβαση στο περιεχόμενο

bombing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bombing bombings

bombing (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • ο βομβαρδισμός, επίθεση με τη ρίψη βομβών
    παράδειγμα  The city was destroyed by the bombings.
    Η πόλη καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

bombing (en)