borderline

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

borderline (en)

  1. το όριο, το μεταίχμιο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

borderline (en)

  1. οριακός
  2. κακόγουστος