boredom

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

boredom < bore + -dom

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boredom (en)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • boredom can be the cause of/for mischief