borgne

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɔʁɲ/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
borgne borgnes

borgne (fr) αρσενικό ή θηλυκό

και

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
borgne borgnes

borgne (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. μονόφθαλμος
    Un homme borgne. Ένας μονόφθαλμος άντρας.
  2. (κατ' επέκταση, για αντικείμενα) τυφλός
    Fenêtre borgne. Τυφλό παράθυρο (που φέρνει φως αλλά δεν έχει θέα).
    Mur borgne. Τοίχος χωρίς ανοίγματα.
    συνώνυμα: aveugle
  3. (μεταφορικά) κακόφημος
    Une rue borgne. Ένας κακόφημος δρόμος.
    Un hôtel borgne. Ένα κακόφημο ξενοδοχείο.
    συνώνυμα: mal famé

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • changer son cheval borgne pour un cheval aveugle : από το κακό στο χειρότερο

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • au royaume des aveugles les borgnes sont rois

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]