boring

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

boring (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boring (en)

  1. όρυγμα, τρύπα
  2. θραύσμα ή κομματάκι που προκύπτει όταν ανοίγουμε μια τρύπα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

boring (en)

  • μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος bore