Μετάβαση στο περιεχόμενο

bosseur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bosseur bosseurs

bosseur (fr) αρσενικό




Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bosseur bosseurs

bosseur (fr) αρσενικό