bouffissure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bouffissure bouffissures

bouffissure (fr) θηλυκό

  1. το πρήξιμο
     συνώνυμα: boursouflure
  2. (μεταφορικά) η υπερφόρτωση του τρόπου με τον οποίο εκφράζεται ένας συγγραφέας
     συνώνυμα: enflure