bouffon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό bouffon bouffons
θηλυκό bouffonne bouffonnes

bouffon (fr) αρσενικό

  1. ο αγροίκος, ο άξεστος
  2. ο γελωτοποιός
  3. (υβριστικό) ηλίθιος, μαλάκας (μπορεί να χρησιμοποιηθεί με πολλές έννοιες)