boulangère
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| boulangère | boulangères |
boulangère (fr)
- θηλυκό του boulanger, η φουρνάρισσα, η αρτοποιός, η αρτοπώλισσα
| ενικός | πληθυντικός |
| boulangère | boulangères |
boulangère (fr)