Μετάβαση στο περιεχόμενο

boulimique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bu.li.mik/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
boulimique boulimiques

boulimique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]