boum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

boum, ονοματοποιία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bum/

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

boum (fr)

il a fait boum pour me faire peur - έκανε μπουμ για να με τρομάξει

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
boum boums

boum (fr) αρσενικό

  1. μεγάλος θόρυβος, κρότος
    j'ai été réveillé par un boum - με ξύπνησε ένας κρότος
  2. (μεταφορικά) μεγάλη και απότομη επιτυχία
    cette pièce fait un boum phénoménal - αυτό το (θεατρικό) έργο έχει φοβερή επιτυχία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: succès

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (οικείο) être en plein boum - έχω φοβερή δουλειά, σκίζομαι στη δουλειά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

boum < surboum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
boum boums

boum (fr) θηλυκό

je suis invité à une boum - είμαι καλεσμένος σε πάρτι
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: surprise-partie

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]