bourse

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bourse < δημώδης λατινική bursa (δέρμα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bourse 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bourse bourses

bourse (fr) θηλυκό

  1. το πορτοφόλι, το πουγκί, το βαλάντιο
  2. (μετονυμία) το χρήμα
  3. η υποτροφία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bourse < ίσως από το όνομα ενός ξενοδοχείου της οικογένειας Van der Burse, στην πόλη Brugge

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bourse bourses

bourse (fr) θηλυκό

  1. το χρηματιστήριο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]