bowl

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

bowl < μέση αγγλική bolle < αγγλοσαξονική bolla, bolle

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bowl (en)

  1. μπολ ή λεκάνη (δοχείο)
  2. η ποσότητα που περιέχεται σε ένα μπολ
  3. οτιδήποτε έχει το σχήμα ενός μπολ
  4. (ΗΠΑ) ανοιχτό κυκλικό θέατρο
  5. bowls (πληθυντικός): παιχνίδι με ξύλινες μπάλες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

bowl (en)

  1. πετάω τη μπάλα σε διάφορα παιχνίδια, όπως στο bowls ή το bowling
  2. κινούμαι γρήγορα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]