boycott
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| boycott | boycotts |
boycott (en)
- το μποϊκοτάζ
the American boycott of the Moscow Olympics - το Αμερικάνικο μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών αγώνων της Μόσχας
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | boycott |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | boycotts |
| αόριστος | boycotted |
| παθητική μετοχή | boycotted |
| ενεργητική μετοχή | boycotting |
boycott (en)
- μποϊκοτάρω
Residents of certain villages decided to boycott the elections.
- Οι κάτοικοι ορισμένων χωριών αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τις εκλογές.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]boycott (fr) αρσενικό
- το μποϊκοτάζ