Μετάβαση στο περιεχόμενο

boycott

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
boycott boycotts

boycott (en)

  • το μποϊκοτάζ
    παράδειγμα  the American boycott of the Moscow Olympics - το Αμερικάνικο μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών αγώνων της Μόσχας
ενεστώτας boycott
γ΄ ενικό ενεστώτα boycotts
αόριστος boycotted
παθητική μετοχή boycotted
ενεργητική μετοχή boycotting

boycott (en)

  • μποϊκοτάρω
    παράδειγμα  Residents of certain villages decided to boycott the elections.
    Οι κάτοικοι ορισμένων χωριών αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τις εκλογές.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boycott (fr) αρσενικό