brace

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

brace < παλαιά γαλλική brace < λατινική bracchia < bracchium < αρχαία ελληνική βραχίων

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

brace (en)

  1. στήριγμα για κάποιο σημείο του σώματος, νάρθηκας
    I have to wear a back brace for the next six months.
    Πρέπει να φορέσω νάρθηκα οσφύος για τους επόμενους έξι μήνες.
  2. μεταλλικό ή ξύλινο στέλεχος για την στήριξη ή σταθεροποίηση κατασκευής, στήριγμα
    The shelves have a brace in the back for stabilization.
    Τα ράφια έχουν στήριγμα από πίσω για στερέωση.
  3. (τυπογραφία, μαθηματικά, προγραμματισμός) άγκιστρο, το σύμβολο { (αριστερό) ή και το } (δεξιό). Στον πληθυντικό, βλέπε braces
     συνώνυμα: curly brace, curly bracket
    υπερώνυμα: bracket
    δείτε επίσης: curly brackets στην αγγλική Βικιπαίδεια

Ρήμα[επεξεργασία]

brace (en)

  1. προετοιμάζομαι για κάτι που αναμένεται να με ταράξει
  2. στηρίζω κάτι για να σταθεροποιηθεί

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • brace στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια