brainwash
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | brainwash |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | brainwashes |
| αόριστος | brainwashed |
| παθητική μετοχή | brainwashed |
| ενεργητική μετοχή | brainwashing |
brainwash (en)
- κάνω πλύση εγκεφάλου σε κάποιον
Don’t let the media brainwash you.
- Μην αφήνεις τα μέσα ενημέρωσης να σου κάνουν πλύση εγκεφάλου.
He has been brainwashed by the political organization.
- Του έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου από την πολιτική οργάνωση.