Μετάβαση στο περιεχόμενο

brainwash

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
brainwash < brain + wash
ενεστώτας brainwash
γ΄ ενικό ενεστώτα brainwashes
αόριστος brainwashed
παθητική μετοχή brainwashed
ενεργητική μετοχή brainwashing

brainwash (en)

  • κάνω πλύση εγκεφάλου σε κάποιον
    παράδειγμα  Don’t let the media brainwash you.
    Μην αφήνεις τα μέσα ενημέρωσης να σου κάνουν πλύση εγκεφάλου.
    παράδειγμα  He has been brainwashed by the political organization.
    Του έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου από την πολιτική οργάνωση.

Συγγενικά

[επεξεργασία]