brak

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

brak < πρωτοσλαβική [[]]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /brak/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

brak (pl) αρσενικό

  1. η έλλειψη, το να μην υπάρχει κάτι

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • συντάσσεται με γενική (dopełniacz)
  • πολλές φορές χρησιμοποιείται χωρίς το αντίστοιχο υπάρχω
    na parkingu (jest) brak wolnych miejsc - στο πάρκινγκ υπάρχει έλλειψη ελεύθερων θέσεων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]