bras

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

bras (en)



Βρετονικά (br) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορνικό, ουαλλικό και παλαιοϊρλανδικό bras, από το κελτικό *brassos που έχει την ίδια καταγωγή με το λατινικό grossus (που έδωσε το γαλλικό gros), χωρίς άλλη γνωστή αντίστοιχη λέξη (και χωρίς άλλη σχέση, φυσικά, με την προέλευση της γερμανικής λέξης gross που έχει την ίδια καταγωγή με την αγγλική great)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbrɑːs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

bras (br)

  1. μεγάλος

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bras < λατινική brachium, (ίδια έννοια) < αρχαία ελληνική βραχίων, (ίδια έννοια)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bʁa/
bras 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bras bras

bras (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. (ανατομία) βραχίονας, μπράτσο· μέρος του άνω μέλους των ανθρώπων (και, γενικότερα, των διπόδων), ανάμεσα στον ώμο και τον αγκώνα
    L’humérus est l’os du bras.
  2. (ανατομία) (μετωνυμία) χέρι· άνω μέλος των ανθρώπων και άλλων διπόδων
    Cet homme a les bras étrangement longs.
    Elle portait un enfant dans ses bras.
    Un enfant qui tend les bras à sa nourrice.
    Saisir quelqu’un par le bras.
  3. (κατ' αναλογία) αντικείμενο που μοιάζει με μπράτσο ή στηρίζει το μπράτσο
    Il y a de petites chaises à bras pour les enfants.
    Les bras d’un brancard servent à le soulever et à le porter.
    Les bras d'une balance sont posés en équilibre sur le point d’appui et à leurs extrémités pendent les bassins de la balance.
  4. (μετωνυμία) λέγεται για ανθρώπους που χρειάζονται για να κάνουν μια χειρωνακτική εργασία
    Nous avons besoin de bras.
    Souvent après les longues guerres, les bras manquent pour cultiver la terre.
    Des bras inutiles.
  5. η εξουσία, η ισχύς
    Le bras de Dieu.
    Le bras séculier s'oppose à la puissance ecclésiastique.
  6. (γεωγραφία) πλάγια υποδιαίρεση ενός ποταμού που οφείλεται στην ύπαρξη μιας νησίδας
    Les deux bras de la Seine.
  7. σε μια σειρά οπωροφόρων δέντρων ή κλήματος, κλαδί που απομακρύνεται από τη σειρά των άλλων δέντρων
  8. (ναυτικός όρος) σχοινί μπρος στον άνεμο που αφήνει κάποια απόσταση ενός πανιού από το κατάρτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπερώνυμα[επεξεργασία]



Σκωτικά γαελικά (gd) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

bras (gd)

  1. άμεσος, γρήγορος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]