breaded
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]breaded (en) (χωρίς παραθετικά)
- παναρισμένος
breaded chicken - παναρισμένο κοτόπουλο
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]breaded (en)
breaded (en) (χωρίς παραθετικά)
breaded (en)