break down

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

break down (en)

  1. χαλάω(για μηχανήματα)
  2. αποτυγχάνω(για σχέσεις)
  3. δεν μπορώ να ελέγξω τις εκδηλώσεις των συναισθημάτων μου