bric
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]bric (fr)
- κυρίως στην έκφραση de bric et de broc
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bric | brics |
bric (fr) αρσενικό
bric (fr)
| ενικός | πληθυντικός |
| bric | brics |
bric (fr) αρσενικό