Μετάβαση στο περιεχόμενο

brillar

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
brillar < ιταλική brillare

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bɾiˈʝaɾ/ (γενική)
ΔΦΑ : /bɾiˈʃaɾ/ ή
ΔΦΑ : /bɾiˈʒaɾ/ (Αργεντινή) (Ουρουγουάη) (Παραγουάη)
ΔΦΑ : /bɾiˈʎaɾ/ (Οι Άνδεις)
τυπογραφικός συλλαβισμός: brillar

brillar (es)

  1. (αμετάβατο) λάμπω
    παράδειγμα  Las estrellas brillan. – Τα αστέρια λάμπουν.
  2. (αμετάβατο) διακρίνομαι, λάμπω
    παράδειγμα  Brilló por su talento en la música. – Διακρίθηκε για το ταλέντο του στη μουσική.
     συνώνυμα: destacarse, distinguirse, sobresalir
  3. (μεταβατικό) (Κολομβία) γυαλίζω
  4. (αμετάβατο) (Δομινικανή Δημοκρατία) κάνω κοπάνα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]