bring out

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bring out (en)

  1. αναδεικνύω
    The herbs really bring out the full flavour of the lamb.
    She brings out the best in him.
  2. (ΗΒ) παρουσιάζω ένα καινούριο προϊόν
    Acme sweets have just brought out a tasty new chocolate bar.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: roll out
  3. παρουσιάζω (ένα καινούριο βιβλίο ή έργο)
    When a Mauriac or a Sartre brings out a new play in Paris, it is discussed. (Eric Bentley, Thinking about the playwright: comments from four decades)
  4. (ΗΒ) κάνω κάποιον ντροπαλό να έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση
    His new job has noticeably brought him out.
  5. (ΗΒ) εμφανίζω (προκαλώ) ένα ορατό σύμπτωμα, όπως σημάδια ή ένα ερύθημα
    Eating strawberries always brings me out in a rash.