broader

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

broader < συγκριτικός βαθμός του broad < broad + -er

Επίθετο[επεξεργασία]

broader (en)