brocanteur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| brocanteur | brocanteurs |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]brocanteur (fr) αρσενικό
- ο παλαιοπώλης
- ο παλιατζής
| ενικός | πληθυντικός |
| brocanteur | brocanteurs |
brocanteur (fr) αρσενικό