Μετάβαση στο περιεχόμενο

brocanteur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
brocanteur brocanteurs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brocanteur (fr) αρσενικό

  1. ο παλαιοπώλης
  2. ο παλιατζής