Μετάβαση στο περιεχόμενο

brouillon

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

brouillon <  δείτε τις λέξεις brouiller και -on

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bʁu.jɔ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
brouillon brouillons

brouillon (fr) αρσενικό