Μετάβαση στο περιεχόμενο

brunnur

Από Βικιλεξικό

Ισλανδικά (is)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
brunnur < (κληρονομημένο) παλαιά νορβηγική brunnr < πρωτογερμανική *brunna(n) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰer- (κινούμαι ορμητικά, αναβράζω, κοχλάζω). Συγγενή: αρχαία ελληνική φρέᾱρ (πηγή, πηγάδι), αρχαία ελληνική fervō (βράζω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpɾʏn.nʏr̥/
τυπογραφικός συλλαβισμός: brunnur

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brunnur (is) θηλυκό

  1. το πηγάδι
  2. η πηγή
  3. (μεταφορικά) η πηγή, η προέλευση
  • brunnur - στο Λεξικό της Νέας Ισλανδικής Γλώσσας (στα ισλανδικά) και brunnur στο ISLEX (στις σκανδιναβικές γλώσσες)