Μετάβαση στο περιεχόμενο

brush up on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας brush up on
γ΄ ενικό ενεστώτα brushes up on
αόριστος brushed up on
παθητική μετοχή brushed up on
ενεργητική μετοχή brushing up on

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
brush up on <  δείτε τις λέξεις brush, up και on

brush up on (en)

  • φρεσκάρω, βελτιώνω γρήγορα μια ικανότητα, ειδικά όταν δεν την έχω χρησιμοποιήσει για πολύ καιρό
    παράδειγμα  I need to brush up on my French before I go to Paris.
    Πρέπει να φρεσκάρω τα γαλλικά μου πριν πάω στο Παρίσι.