Μετάβαση στο περιεχόμενο

brzda

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
brzda < (κληρονομημένο) πρωτοσλαβική *brъzda (χαλινάρι, καπίστρι), πιθανώς με απώτατη προέλευση την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰrusdʰos.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbr̩zda/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brzda (sk) θηλυκό

  1. η τροχοπέδη (αυτοκινήτου, ποδηλάτου)
  2. (αργκό) ο χαζούλης
    παράδειγμα  ty si taká brzda!
    τι χαζούλης είσαι 'συ!

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • brzda - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
brzda < (κληρονομημένο) πρωτοσλαβική *brъzda (χαλινάρι, καπίστρι), πιθανώς με απώτατη προέλευση την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰrusdʰos.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brzda (cs) θηλυκό