buck

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. αρσενικό ελάφι,έλαφος
  2. αρσενικό τρωκτικό
  3. buck (sth) (μεταφορικά) αντιδρώ, αντιστέκομαι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • male deer