bucket
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bucket | buckets |
bucket (en)
- ο κουβάς
Water had spilled out of the bucket onto the floor.
- Το νερό είχε χυθεί από τον κουβά στο πάτωμα.
| ενικός | πληθυντικός |
| bucket | buckets |
bucket (en)