Μετάβαση στο περιεχόμενο

bucket

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bucket buckets

bucket (en)

  • ο κουβάς
    παράδειγμα  Water had spilled out of the bucket onto the floor.
    Το νερό είχε χυθεί από τον κουβά στο πάτωμα.