built-in

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

built-in < → δείτε τις λέξεις build, built και in

Επίθετο[επεξεργασία]

built-in (en)

  1. ενσωματωμένος
     συνώνυμα: baked-in (αδιαχώριστος)
  2. (λογισμικό) δυνατότητα, χαρακτηριστικό, λειτουργία που είναι αναπόσπαστο μέρος λογισμικού, εφαρμογής, κλπ
    ※  It has built-in data structures, combined with dynamic binding and typing, makes it an ideal choice for rapid application development.[1]
    λείπει η μετάφραση
    ※  Many data structure needs can be met with the built-in list type. (Python tutorial) [2]
    «Πολλές ανάγκες δομής δεδομένων μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον ενσωματωμένο τύπο λίστας.»

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]