Μετάβαση στο περιεχόμενο

bum about

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας bum about
γ΄ ενικό ενεστώτα bums about
αόριστος bummed about
παθητική μετοχή bummed about
ενεργητική μετοχή bumming about

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bum about <  δείτε τις λέξεις bum και about

bum about (en) (ανεπίσημο)