bum about
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | bum about |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bums about |
| αόριστος | bummed about |
| παθητική μετοχή | bummed about |
| ενεργητική μετοχή | bumming about |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]- αλητεύω
He bums about all day.
- Αλητεύει όλη την ημέρα.
- ≈ συνώνυμα: bum around